Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Παντού θα υπάρχει ένας “Εφιάλτης” στην Κρήτη οι προδότες είχαν τη μοίρα που τους άξιζε...

Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι πέρα για πέρα πραγματική. Είναι μια από τις εκατοντάδες τραγικές ιστορίες στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, στη Κρήτη. Μια ιστορία που τα έχει όλα. Θάρρος, ηρωισμό, αγάπη για την πατρίδα αλλά και προδοσία...
 
Κατεδικάσθην εις θάνατον. Σήμερον Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 1944. Περιμένω χάριν. Ο Θεός βοηθός. Συγχωρέστε με και ο Θεός να σας συγχωρέσει. Έχετε υγεία για πάντα. Ο υιός και σύζυγος σας Δημήτρης”
Αχνοχάραζε η 21η Φεβρουαρίου, έξω από τα Χανιά, στην Αγιά. 
 
 
Οι φυλακές δεν είχαν πάρει ακόμη τον ρυθμό της μουντής καθημερινότητας τους. Στο παράθυρο ενός κελιού στην πτέρυγα των μελλοθάνατων, ένα παλικάρι 30 ετών, κοιτάει τον ουρανό που ξημέρωνε. Στα χέρια του κρατάει ένα γράμμα που μόλις έγραψε (με μεγάλη δυσκολία και πόνο, αφού από τα δάχτυλα του έλειπαν τα νύχια από τα βασανιστήρια) για την λατρεμένη γυναίκα του, τη Μαρία και τους αγαπημένους γονείς του. Βαθιά μέσα του ο Δημήτρης Βαλαβάνης, ήξερε ότι δεν θα του έδιναν χάρη. Ήξερε ότι δεν θα ξαναδεί την Μαρία και τους γονείς του. Το απόγευμα θα τον οδηγούσαν στο απόσπασμα. Ο άνθρωπος που τον κάρφωσε ήταν Έλληνας. Στενός συνεργάτης των Γερμανών. Ο λόγος του προδότη ενάντια στον δικό του. Δεν είχε καμία ελπίδα στο στρατοδικείο...
 

Η ζωή του πέρασε σαν σε ταινία μπροστά από τα μάτια του καθώς είχε αφεθεί να κοιτά ανάμεσα από τα κάγκελα, τον ουρανό. Το χωριό του τον Σοκαρά στο Ηράκλειο, τα παιδικά του χρόνια, τη γνωριμία του με τη Μαριώ, τον πόλεμο. Το Αλβανικό μέτωπο. Υπηρέτησε σαν ανθυπολοχαγός Μηχανικού στη χιονισμένη Πίνδο όταν παίρναμε φαλάγγι τους Ιταλούς. Μετά ήρθαν οι Γερμανοί. Επέστρεψε στο νησί του όταν εκείνο είχε πέσει στα χέρια τους. Ξεκίνησε την αντίσταση μαζί με τα αδέρφια του, τον Πέτρο τον Κώστα και τον Γιώργη. Μαζί ήταν και άλλοι συχωριανοί του από τον Σοκαρά.
 
Αντίσταση, σαμποτάζ, δολιοφθορές στους Γερμανούς. Τον έψαχναν αλλά δεν ήξεραν ποιος είναι. Ήταν ένα φάντασμα που έκρυβε στο σπίτι του Εγγλέζους σαμποτέρ, και πράκτορες των συμμάχων που τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί. Μιλούσε στον ασύρματο από τον “μπλουμέ” (το υπόγειο) του σπιτιού του. Έπαιρνε οδηγίες από το Κάιρο, επαναπροωθούσε αλλά και δεχόταν Άγγλους. Ήταν αριστερός αλλά εκείνη την εποχή ακόμη δεν είχε καμία σημασία. Ο κοινός εχθρός ήταν ο Γερμανός. Έξω από το χωριό του σε μια σπηλιά που γα να ανέβεις θα έπρεπε να είσαι αγριοκάτσικο, έκρυβε όπλα. “Η σπηλιά του Βαλαβάνη”.

25η Μαρτίου 1942, η αρχή του τέλους. Στη σχολική εορτή για την επανάσταση, έβγαλε πύρινο πατριωτικό λόγο στους μικρούς μαθητές. Οι γονείς των παιδιών κοιτάζονταν μεταξύ τους έντρομοι. “Μα ήντα κάνει ο κουζουλός” Ανάμεσα στο πλήθος και κάποιοι Γερμανοί. Τον άκουσαν και τους κίνησε την περιέργεια. Αμέσως άρχισαν να τον παρακολουθούν στενά. Δηλαδή όχι οι ίδιοι αλλά οι συνεργάτες τους, τα τσιράκια τους οι Έλληνες Εφιάλτες. Ο διορισμένος από τις δυνάμεις κατοχής, κοινοτάρχης του Ασημίου, Μανώλης Καλιτσούνης, δεν τον έχασε ποτέ από τα μάτια του. Κατέγραφε όλες του τις κινήσεις...
 
Όσο και να είχε μυηθεί στο αντάρτικο και στους κανόνες συνωμοσίας που διέπουν κάποιον που κάνει αντίσταση, ο Δημήτρης βαλαβάνης έκανε μικρά λαθάκια. Μικρά λάθη που σε άλλη περίπτωση θα περνούσαν απαρατήρητα. Όχι όμως και στη δική του. Ήταν “σταμπαρισμένος” και περίμεναν πότε θα αποκαλυφθεί. Ένα πρωινό στο σπίτι του στον οικισμό Βελούλι στον Σοκαρά ένα Γερμανικό απόσπασμα χτύπησε δυνατά την βαριά ξύλινη πόρτα. Άνοιξε ο ίδιος και οι Γερμανοί του παρέδωσαν ένα επίσημο έγγραφο: “Καλείσθε όπως δίδετε το παρών κάθε εβδομάδα εις το Φρουραρχείον Πύργου”. Ο Βαλαβάνης ήξερε πλέον πια θα ήταν η μοίρα του...
 
Ο διερμηνέας της Μυστικής Αστυνομίας Μοιρών Ηρακλείου, Νίκος Μαγιάσης μαζί με τον Κοινοτάρχη Ασημίου Μανώλη Καλιτσούνη, είχαν βάλει τον Βαλαβλανη στο μάτι. Ο κλοιός έκλεινε γύρω του επικίνδυνα. Ο 30χρονος υπολοχαγός (πλέον) του μηχανικού αποφάσισε να βγει στα βουνά. Οι Γερμανοί τον κήρυξαν φυγόδικο αφού σταμάτησε να εμφανίζεται στο Φρουραρχείο της Κράις Κομμαντατούρ.
 

Κάποια στιγμή στις αρχές Φεβρουαρίου 1944 ο Δημήτρης Βαλαβάνης συνελήφθη από Γερμανικό απόσπασμα συνοδευόμενος από το Νικόλαο Μαγιάση. Αρχικά μεταφέρθηκε στις Μοίρες. Εκεί υπέστη απάνθρωπα βασανιστήρια. Τον χτύπησαν άσχημα, του τσάκισαν τα κόκαλα, του έβγαλαν τα νύχια με τανάλια, του έσπασαν τα δόντια και τη μύτη με σφυρί. Παρών σε όλα τα βασανιστήρια και ο Έλλην διερμηνέας... Κάποια στιγμή λιποθύμησε. Ο Μαγιάσης του έριξε ένα κουβά νερό στο πρόσωπο. Συνήλθε. Το στόμα του ήταν μια άμορφη μάζα κρέατος. Η γλώσσα του είχε πρηστεί τόσο που με δυσκολία ανέπνεε. Σήκωσε το κεφάλι και είδε τον Μαγιάση να χαμογελάει ειρωνικά. Έφτυσε αίμα και κατάφερε να ψελλίσει: “ Εγώ μωρέ Μαγιάση θα πεθάνω Έλληνας. Εσύ όμως θα πεθάνεις προδότης”... Από τις Μοίρες τον μετέφεραν στις φυλακές της Αγιάς. Εκεί πέρασε από το Γερμανικό στρατοδικείο όπου και καταδικάστηκε “εις θάνατον” .
 
Το απόγευμα της 21ης Φλεβάρη ο Βαλαβάνης εκτελέστηκε πίσω από μια μάντρα που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί για τον σκοπό αυτό. Αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Ήταν ένας υπερήφανος Κρητικός...
 
 

Τι απέγιναν όμως ο Καλιτσούνης και ο Μαγιάσης; Κατά τη διάρκεια της κατοχής στην Κρήτη, και οι δυο είχαν άμεση σχέση με τον ταγματάρχη Χάρτμαν. Ο Χάρτμαν συγκέντρωνε πληροφορίες για την δράση των ανταρτών αλλά και των Άγγλων, στη μεγαλόνησο και τις έδινε στους συνεργάτες του, Γερμανούς. Ο Χάρτμαν δεν ήταν Γερμανός. Ήταν Έλληνας. Ήταν ένας από τους δυο Έλληνες αξιωματικούς που το 1920 είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι.
Με το τέλος του πολέμου ο Καλιτσούνης συνελήφθη και πέρασε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων , στο Ηράκλειο. Πρόεδρος του δικαστηρίου, ήταν ο Εφέτης Κρήτης Γιώργος Βάρσαμος. Ο Καλιτσούνης κατηγορήθηκε όχι μόνο για την κατάδοση του Βαλαβάνη, αλλά και για την κατάδοση άλλων 27 κατοίκων του Σοκαρά, οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου του 1945 και ολοκληρώθηκε σε 5 ημέρες. Η ποινή ήταν πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Για την κατάδοση των 27 κατοίκων στους Γερμανούς ο πρώην κοινοτάρχης Ασημίου καταδικάστηκε “εις Θάνατον” και για την “ανάληψη υπηρεσίας στις Αρχές κατοχής” σε “δις ισόβια”. Δυο χρόνια αργότερα στις 18 Μαΐου του 1947 ο Καλιτσούνης εκτελέστηκε στις φυλακές Καλλιθέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που εκτελούσε και χρέη Αντιβασιλέα, απέρριψε όλες τις αιτήσεις χάριτος του Καλιτσούνη.
 
Ο Νίκος Μαγιάσης σκοτώθηκε 18 ημέρες νωρίτερα από τον πρώην συνεργάτη του. Για την ακρίβεια δολοφονήθηκε. Και για να είμαστε ακόμη πιο ακριβείς ο Νίκος Μαγιάσης βρήκε τη Νέμεση του... Ο θάνατος και το φρικτό του τέλος συγκλόνισαν το Πανελλήνιο.
30 Απριλίου 1947. Το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων που συνεδρίαζε στο Ηράκλειο, ήταν έτοιμο να βγάλει την ετυμηγορία του. Ο Πρόεδρος ζητά από τον κατηγορούμενο να σηκωθεί και να ακούσει την ποινή του. Ο Μαγιάσης δικαζόταν για τον φόνο του Μιχάλη Βρέντζου στη Νίδα του Ψηλορείτη. Ο Μαγιάσης σηκώθηκε. Από το πρόσωπο του είχε χαθεί η αλαζονεία που είχε τα προηγούμενα χρόνια. Έμοιαζε με ανθρωπάκι που εάν δεν γνώριζες τη φριχτή του δράση θα σου προκαλούσε λύπη. Στην Κρήτη όμως κανείς δεν ξεχνούσε και κανείς δεν “παρασύρονταν” από την μάσκα του καλού που φόρεσε ο δοσίλογος. Και κυρίως οι συγγενείς των θυμάτων. Οι άνθρωποι που έθαψαν τα αδέρφια, τους γονείς και τα παιδιά τους εξαιτίας του Μαγιάση. Από τα πίσω καθίσματα του δικαστηρίου μια μορφή σηκώθηκε.


ο αδελφος του Μιχάλη, Γιώργος Βρεντζος, χρόνια μετά

Φορούσε μαύρα και είχε αφήσει μούσια σαν ένδειξη πένθους,όπως συνηθίζουν στην Κρήτη. Με τρεις δρασκελιές διέσχισε την αίθουσα και έφτασε κάτω από τα έδρανα, ακριβώς δίπλα στις θέσεις που κάθονται οι κατηγορούμενοι. Ο Πρόεδρος δεν πρόλαβε να πει λέξη. Οι χωροφύλακες μέσα στην αίθουσα ούτε που κατάλαβαν τι έγινε. Ο Μαγιάσης που είχε σηκωθεί όρθιος κοίταζε με γουρλωμένα μάτια τον άγνωστο που σε κλάσματα του δευτερολέπτου βρέθηκε δίπλα του. Ο κατηγορούμενος άκουσε τον άγνωστο να του ψιθυρίζει: “Τον Μιχάλη τον θυμάσαι;” Ένα μεγάλο κρητικό μαχαίρι εμφανίστηκε στα χέρια της σκιάς. “Σκυλί...” ακούστηκε σιγανά και το μαχαίρι άστραψε για λίγο πριν χωθεί στην κοιλιά του Μαγιάση για 5 φορές. Σωριάστηκε. Πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα. Στις 5 το απόγευμα πέθανε στο Πανάτιο νοσοκομείο Ηρακλείου.
Ο άγνωστος πέταξε το μαχαίρι του στο γεμάτο αίματα πάτωμα του Δικαστηρίου. Σήκωσε τα χέρια του και παραδόθηκε στους Χωροφύλακες. Το όνομα του ήταν Γιώργος. Ο αδερφός του, Μιχάλης Βρέντζος μπορούσε τώρα να αναπαυθεί...

Η μαντινάδα μιλάει μόνη της:” Ένας αετός των Βρέντζηδων έσφαξε τον Μαγιάση και όλοι μαζί φωνάξαμε, η χέρα του ν'αγιάσει. Μέσα στο δικαστήριο γιατί 'χενε σκοτώσει και έπρεπε οπωσδήποτε ψυχή να παραδώσει”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Pulpit rock
back to top ;